διάστιξις

διάστιξις, εως, ,
A branding, Just.Nov.115.4.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διάστιξις — branding fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαστίξει — διάστιξις branding fem nom/voc/acc dual (attic epic) διαστίξεϊ , διάστιξις branding fem dat sg (epic) διάστιξις branding fem dat sg (attic ionic) διαστίζω distinguish by a mark aor subj act 3rd sg (epic doric) διαστίζω distinguish by a mark fut… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαστίξεσιν — διάστιξις branding fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάστιξιν — διάστιξις branding fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάστιξη — (AM διάστιξις) [διαστίζω] ο χωρισμός λέξεων ή φράσεων με τα σημεία στίξεως, η στίξη νεοελλ. 1. στολισμός επιφάνειας με στίγματα, στιγματισμός 2. ειδικά η διακόσμηση τού ανθρώπινου σώματος με παραστάσεις δερματοστιξία, τατουάζ μσν. 1. στιγματισμός …   Dictionary of Greek

  • διαστίξεως — διαστίξεω̆ς , διάστιξις branding fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.